Αειφορία και καινοτομία προϊόντων είναι από τις σημαντικότερες προκλήσεις της σύγχρονης εποχής και πυλώνες οικονομικής ανάπτυξης και ευημερίας κάθε Περιφερειακής οντότητας. Ωστόσο, οι έννοιες αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία όταν αναφερόμαστε σε πληγείσες περιοχές, όπως είναι η Περιφέρεια της Θεσσαλίας, μια περιφέρεια που τα τελευταία χρόνια έχει δοκιμαστεί από φυσικά φαινόμενα (πλημμύρες) και την Οικονομική κρίση όσο καμία άλλη. Η αειφορία, μέσω της ορθολογικής εκμετάλλευσης και διαχείρισης των αγροδιατροφικών αποβλήτων, αποτελεί βασικό συστατικό για τη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη κάθε κοινωνικού οικοσυστήματος και είναι υψίστης προτεραιότητας, σύμφωνα με το «Στρατηγικό Σχέδιο Έξυπνης Εξειδίκευσης 2021-2027». της Περιφέρειας η οποία καλείται να βρει τη θέση της μέσα σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο οικονομικό περιβάλλον.
Μια από τις πιο εμβληματικές καλλιέργειες της Περιφέρειας Θεσσαλίας η οποία ωστόσο συνοδεύεται από μεγάλες ποσότητες παραπροϊόντων και αποβλήτων είναι η καλλιέργεια της ελιάς. Αν και η ελαιοκαλλιέργεια στηρίζει σε μεγάλο βαθμό την οικονομία των περιοχών της Περιφέρειας, το περιβαλλοντικό της αποτύπωμα είναι αρκετά μεγάλο, κυρίως λόγω των τεράστιων ποσοτήτων αποβλήτων που προκύπτουν, ως αποτέλεσμα της συλλογής του καρπού και της παραγωγής ελαιόλαδου. Τα φύλλα και τα κλαδιά που προκύπτουν κατά την περίοδο κλαδέματος της ελιάς, η ελαιοπυρήνα των διφασικών ελαιοτριβείων, το υδατικό υπόλειμμα των τριφασικών ελαιοτριβείων είναι μερικά από τα υποπροϊόντα της Olea europaea, τα οποία μέχρι σήμερα δεν αξιοποιούνται περαιτέρω και απορρίπτονται στο περιβάλλον, ως απόβλητα. Ωστόσο, παρόλο το ρυπογόνο φορτίο τους, τα συγκεκριμένα υποπροϊόντα είναι και μια πολύτιμη πηγή βιοδραστικών συστατικών (φυτικών αντιοξειδωτικών) τα οποία μπορούν σχετικά εύκολα να ανακτηθούν, να απομονωθούν και μετέπειτα να χρησιμοποιηθούν ως πρώτες ύλες για τον εμπλουτισμό νέων προϊόντων. Η παρούσα Ερευνητική Πρόταση περιγράφει ένα βιώσιμο πρότυπο ολοκληρωμένης διαχείρισης των υποπροϊόντων ελαιοκαλλιέργειας/ελαιουργίας, εφαρμόζοντας «πράσινες» τεχνολογίες αιχμής, και πραγματεύεται την ανάκτηση από αυτά βιολογικά ενεργών ουσιών και τη μετατροπή τους σε εμπορεύσιμες πρώτες ύλες, υψηλής προστιθέμενης αξίας, για την βιομηχανία ζωοτροφών, ενώ παράλληλα η επεξεργασμένη βιομάζα επαναχρησιμοποιείται, ως οργανικό λίπασμα στο χωράφι, χρησιμοποιώντας μεθοδολογίες με μηδενικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Παράλληλα, η εμπορική εκμετάλλευση των παραχθέντων φυσικών προϊόντων (βιοδραστικών εκχυλισμάτων), ως αποτέλεσμα της αξιοποίησης των υποπροϊόντων ελιάς, μπορεί να πραγματοποιηθεί ποικιλοτρόπως. Η προσθήκη τους σε ζωοτροφές σαν συμπλήρωμα, εκμεταλλευόμενοι το βιοδραστικό τους περιεχόμενο αποτελεί ένα επικερδές μοντέλο διαχείρισης και αξιοποίησης. Σήμερα, η αγορά κατακλύζεται από εισαγόμενες ζωοτροφές αμφιλεγόμενης ποιότητας, σε πολλές περιπτώσεις, και με σημαντικό κόστος για την εθνική οικονομία. Επίσης, η ποιότητα των ζωοτροφών συνδέεται άμεσα με την υγεία και την παραγωγικότητα των ζώων, αλλά και με την ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων τους (κρέας, γάλα κτλ).
Η αξιοποίηση των παραπροϊόντων ελαιοκαλλιέργειας/ελαιουργίας της Περιφέρειας Θεσσαλίας, στα πρότυπα της κυκλικής οικονομίας, μέσω παραγωγής εδαφοβελτιωτικών και βιοδραστικών εκχυλισμάτων και η μετέπειτα ενσωμάτωση των παραχθέντων φυσικών προϊόντων σε ζωοτροφές για τη διατροφή γαλακτοπαραγωγών βοοειδών και την βελτίωση της ποιότητας του παραγόμενου γάλακτος, αποτελεί την κεντρική ιδέα της παρούσας ερευνητικής Πρότασης.
Το έργο «GREENMILK» αποτελεί σύμπραξη (1) Ερευνητικού Φορέα «ΕΚΠΑ/ΦΑΡΜ» με πολυετή εμπειρία στο πεδίο των φυσικών προϊόντων και (2) ελληνικές εταιρείες «Α.Σ.ΠΗΛΙΟΥ» και «ΠΙΤΣΙΛΚΑΣ» με έντονη εμπορική δραστηριότητα στους τομείς της ελαιοκαλλιέργειας/ελαιουργίας και κτηνοτροφίας, αντιστοίχως.